Το Κυπριακό Πρόβλημα

Το Κυπριακό πρόβλημα αρχικά ήταν αποικιακό ζήτημα. Οι αγγλικές κυβερνήσεις των Συντηρητικών αναγνώρισαν την πολιτική απειλή που δημιουργείτο εναντίων τους, με το όλο και αναβαθμιζόμενο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. Έτσι σχεδίασαν και πέτυχαν να μετατρέψουν το Κυπριακό από αποικιακό ζήτημα σε ελληνοτουρκική διαφορά επειδή με αυτό τον τρόπο η πολιτική πίεση που δεχόταν θα υποβαθμίζετο. Εάν η Τουρκία εμπλακόταν πολιτικά ζητώντας την Κύπρο, η Αγγλία θα μπορούσε στο διηνεκές να παρουσιάζεται εώς διαμεσολαβητής και κηδεμόνας της Κύπρου.

Στη σύγχρονη Διπλωματία το Κυπριακό πρόβλημα είναι η εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αντικείμενο της διαμάχης υπήρξε ο ρόλος κάθε μιας από τις δύο εθνικές κοινότητες στο νέο κράτος, η διανομή της εξουσίας μεταξύ τους, και οι σχέσεις του νέου κράτους με την Ελλάδα και την Τουρκία. Το Κυπριακό πρόβλημα είναι σήμερα πρόβλημα διεθνούς δικαίου, κυρίως λόγω της παράνομης στρατιωτικής κατοχής του βόρειου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, η οποία το προβάλλει (ανεπιτυχώς) ως ξεχωριστό, ανεξάρτητο τουρκοκυπριακό κράτος. Λόγω ακριβώς της πτυχής αυτής, το κυπριακό πρόβλημα μπορεί να παραλληλιστεί με το πρόσφατο θέμα της απόσχισης της Νοτίου Οσετίας και της Αμπχαζίας από τη διεθνώς αναγνωρισμένη Γεωργία.

Το Κυπριακό πρόβλημα είναι πολύπλοκο, χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα και οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, που μεταβάλλονταν κατά την μακρόχρονή του πορεία. Μεταξύ των παραγόντων οι πιο σημαντικοί είναι η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων του νησιού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και η γεωστρατηγική θέση του νησιού («αβύθιστο αεροπλανοφόρο» στην Ανατολική Μεσόγειο), η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων, κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, στη Μέση Ανατολή, χωρίς να παραβλέπεται το ενδιαφέρον που είχε επιδείξει κατά καιρούς η Σοβιετική Ένωση.

 

Οθωμανική Αυτοκρατορία και περίοδος της Αγγλοκρατίας
1878-1955

Το Κυπριακό πρόβλημα στην αρχική του μορφή εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση για εθνική αυτοδιάθεση των λαών που τελούσαν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας, σε συνδυασμό με τις γενικότερες ανακατατάξεις που επήλθαν στη Βαλκανική με την παρακμή και πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Κύπρος κατακτήθηκε απο τους Οθωμανούς στα 1571. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία για τακτικούς πολιτικούς λόγους της εποχής απο τη μια, και στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους για αποπληρωμή των δανείων (που είχε συνάψει το 1855 με την Αγγλία και τη Γαλλία) απο την άλλη, εκμίσθωσε το 1878 την Κύπρο στην Αγγλία. Η παραπάνω συμφωνία περιλάμβανε ετήσιο χρηματικό ποσό (σε στερλίνες της εποχής) το οποίο θα καταβάλλονταν απο τους Άγγλους στον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, τότε ηγεμόνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ανάπτυξη βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή είχε σκοπό να αποθαρρύνει την περαιτέρω εισβολή της Ρωσίας στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο νησί λόγω της Οθωμανικής κατοχής κατοικούσαν δύο κοινότητες, η ελληνοκυπριακή και η τουρκοκυπριακή σε ποσοστό 80%-18% αντίστοιχα. Δεν ήταν γεωγραφικά χωρισμένες. Πριν την έναρξη των ενόπλων συγκρούσεων, από τα 619 χωριά, τα 393 ήταν αποκλειστικά ή κυρίως ελληνοκυπριακά, τα 120 τουρκοκυπριακά και τα 106 μικτά. Οι μεγάλες πόλεις ήταν μικτές με τις δύο κοινότητες να κατοικούν σε χωριστές συνοικίες. Η κάθε κοινότητα είχε τη γλώσσα και τη θρησκεία της, δικό της σύστημα εκπαίδευσης καθώς και δικό της Δίκαιο στους τομείς του Οικογενειακού και Κληρονομικού Δικαίου.

Οι ελληνοκύπριοι επιδίωκαν την ενσωμάτωση της Κύπρου στη μητροπολιτική Ελλάδα, η οποία σιγά σιγά επεκτεινόταν, εντάσσοντας διαρκώς νέα εδάφη στον κορμό που ανεξαρτητοποιήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821. Οι τουρκοκύπριοι από την άλλη, ενώ με τη Συνθήκη της Λωζάνης παραιτήθηκαν από κάθε αξίωση επί της Κύπρου, δεν ήθελαν να την δουν να ενσωματώνεται στην Ελλάδα, όπως συνέβη με την Κρήτη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Το παράδειγμα της Κρήτης, όπου η ελληνική πλειοψηφία κατάφερε πρώτα να ανεξαρτητοποιηθεί το 1898 και στη συνέχεια να ενσωματωθεί στην Ελλάδα το 1913,

Ήδη από τα οθωμανικά χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου ήταν διοικητικά και Εθνάρχης των Ελληνοκυπρίων. Τον ρόλο του πνευματικού ηγέτη των ελληνοκυπρίων τον διατήρησε και επί Αγγλοκρατίας, παρά την κατάργηση του οθωμανικού συστήματος των millet (διοίκησης κατά έθνη). Πάγιο αίτημα όλων των Αρχιεπισκόπων Κύπρου ήταν επίσης η Ένωση με την Ελλάδα. Το αίτημα αυτό το καθιστούσαν σαφές στους εκάστοτε Βρετανούς Κυβερνήτες και το κήρυτταν στις εκκλησίες.

Το 1914 η Μεγάλη Βρετανία προσέφερε την Κύπρο στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα, στην περίπτωση που η Ελλάδα θα λάμβανε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Ο φιλογερμανός Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α΄ όμως προτίμησε να κρατήσει ουδέτερη στάση και αρνήθηκε την προσφορά.

Οι Άγγλοι είχαν συστήσει στην Κύπρο νομοθετικό συμβούλιο, αποτελούμενο από αντιπροσώπους των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων και δικούς τους σε τέτοια αναλογία, ώστε οι ψήφοι Τουρκοκυπρίων και Άγγλων να ισούνται με αυτές των Ελληνοκυπρίων. Το 1931 οι Ελληνοκύπριοι αντιπρόσωποι με τη συνδρομή ενός Τουρκοκύπριου αντιπροσώπου καταψήφισαν ένα φορολογικό νομοσχέδιο. Όταν τον Οκτώβριο του 1931 ο Βρετανός Κυβερνήτης προσπάθησε παρ' όλα αυτά να το εφαρμόσει, ξέσπασαν εκτεταμένες ταραχές, κατά τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι ζητούσαν την ενσωμάτωση της Κύπρου την Ελλάδα.

Το 1948 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου ο Μακάριος. Τον Ιανουάριο του 1950 ως προϊστάμενος του Γραφείου Εθναρχίας της Αρχιεπισκοπής Κύπρου οργάνωσε δημοψήφισμα στις εκκλησίες υπό την επίβλεψη των ιερέων. Το δημοψήφισμα είχε τη μορφή δημόσιας (φανερής) συλλογής υπογραφών. Το 95,7% αυτών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής υπόγραψαν υπέρ της ένωσης. Το ίδιο έτος εξελέγη ο ίδιος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.

Toν Αύγουστο του 1954 ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής μειονότητας, Δρ. Φαζίλ Κουτσούκ, (αργότερα ο πρώτος αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας) δήλωνε ότι η Κύπρος έπρεπε να επιστραφεί στην Τουρκία και να αφήσουν οι Άγγλοι στους Τούρκους την διαχείρηση του αιτήματος των Ελληνοκυπρίων για αυτοδιάθεση. Δήλωνε ότι η Κύπρος είναι ιδιοκτησία της Τουρκίας, αγνοώντας πλήρως την πολιτική θέληση των κατοίκων του νησιού ωσάν να πρόκειτε για αγοραπωλησία ακινήτων.

 

Η ένοπλη φάση του αντιαποικιακού αγώνα (1955-59)

Το 1955 ξεκίνησε ένοπλος αγώνας κατά της Βρετανικής Κατοχής του νησιού από τους ελληνοκύπριους κατοίκους υπό την ηγεσία της οργάνωσης ΕΟΚΑ με εντεταλμένο αρχηγό τον Κύπριο απόστρατο αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού Γεώργιο Γρίβα ή «Διγενή», η οποία έθετε ως στόχο την ενσωμάτωση της Κύπρου στο ελληνικό κράτος («Ένωσις»). Οι Τουρκοκύπριοι, μην επιθυμώντας την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα, τάχθηκαν κατά της ανεξαρτησίας (που θα οδηγούσε στην προσάρτηση του νησιού στην Ελλάδα) και συντάχθηκαν με τους Άγγλους. Η βρετανική πολιτική εκμεταλλεύτηκε το γεγονός και επιδίωξε την εμπλοκή στο ζήτημα του τουρκικού παράγοντα ο οποίος, επικαλούμενος την προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, επέτυχε να καταστεί ισότιμος συνομιλητής για τη διευθέτηση του προβλήματος. Όταν άρχισε να διαγράφεται η πιθανότητα ανεξαρτητοποίησης του νησιού από τους Άγγλους, το τουρκοκυπριακό αίτημα ήταν η διαίρεση του νησιού σε δύο κράτη («taksim»).

Ένοπλοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι συγκρούονταν κατ'επανάληψιν με νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Το γενικό επιτελείο του τουρκικού στρατού δημιούργησε την οργάνωση ΤΜΤ με αξιωματικούς και όπλα του τουρκικού στρατού και Τουρκοκύπριους εθελοντές. Ένοπλοι Τουρκοκύπριοι σκότωσαν στο Κιόνελι το 1958 οκτώ ελληνοκύπριους εργάτες. Η ΕΟΚΑ κατά τη διάρκεια της δράσης της προχώρησε, εκτός από το σαμποτάζ κατά των Βρετανών, και σε εκτελέσεις Τουρκοκυπρίων (μεταξύ αυτών και Κοινοταρχών για παραδειγματισμό), αλλά και Ελληνοκυπρίων οπαδών του ΑΚΕΛ και συνδικαλιστών, επειδή επεδίωκαν απλά την αυτοδιάθεση και όχι την Ένωση με την Ελλάδα.

Οι Βρετανοί ενοχλημένοι από τη δράση της εκκλησίας εξόρισαν στις 9 Μαρτίου 1956 τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό στις Σεϋχέλλες για έναν χρόνο. Κατόπιν τους επετράπη να φύγουν από τις Σεϋχέλλες, όχι όμως και να γυρίσουν στην Κύπρο.Ο Μακάριος εξόριστος το 1974 έκανε την μοιραία δήλωση * Οι εγγηύτριες χώρες να επέμβουν διότι η Κύπρος και το δημοκρατηκό πολήτευμα του νησιού κινδηνεύη* αυτό ήταν το κύριο αίτημα για την απόβαση και την κατοχή της νήσου από τους τούρκους. Η τουρκία σαν εγγηύτρια δύμαμη είχε ελεύθερο το παιδίο δράσης. Η Ελληνική χούντα αδράνησε και πρόδωσε τον Ελληνισμό της Κύπρου και οι Τούρκοι πατώντας στα λεγόμενα του Εθνάρχη Μακαρίου κάναν την απόβαση στο νησί.

Στο διάστημα αυτό η κυβέρνηση της Χούντας τηρούσε στάση παρατηρητή στα γεγονότα και δίσταζε να αναμιχθεί. Λόγω της βοήθειας που είχε προσφέρει η Αγγλία στα κυβερνητικά στρατεύματα εναντίον των κομμουνιστών από την απελευθέρωση και μετά οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ήθελαν να αντιπαρατεθούν μαζί της. Χαρακτηριστική είναι η φράση, την οποία φέρεται να είπε ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1950 (πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα κατά των Βρετανών) ως Υπουργός Εσωτερικών στον τότε δήμαρχο Λευκωσίας: «Η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν, και δι' αυτό δεν ημπορεί να πάθει ασφυξίαν λόγω του Κυπριακού». Η κοινή γνώμη όμως και η Εκκλησία ήταν στο πλευρό των Ελληνοκυπρίων, γεγονός που δημιουργούσε πίεση στους πολιτικούς.

Σήμερα 34 χρόνια μετά το πρόβλημα της διχοτόμισης παραμένει Οι προσπάθειες κάθε μετεγεννέσταιρου Κυπραίου ηγέτη ήταν η ένωση του νησιού κάτι όμως που δεν έγινε λόγο των συμφερόντων της αγγλίας όστε να μην υπάρχει θέμα και λόγος για την απομάκρινση των Βάσεων από την νήσο. Η Τουρκία εκμεταλευόμενη την όλη κατάσταση και δήθεν πως υπερασπίζεται τα ανθρώπηνα δικαιώματα των Τουρκοκύπριων όχι μόνο δε κάνει προσπάθειες επανένωσης αλλά έχει προσθέση ακόμα ενα πρόβλημα τους έποικους οι οποίοι είναι σχεδόν 400.00 άτομα. Ένα ακόμα από τα βασικότερα προβλήματα για την επίλυση του προβλήματος είναι το εδαφικό. Η επίσημη Κυπριακή κυβέρνηση από ανέκαθεν όχι τώρα που εντάχτηκε η Κύπρος στην ευρωπαική ένωση δεν επέτρεπε την ενεξέλενκτη εκμετάλευση της τουρκοκυπριακής γης στην ελεύθερη Κύπρο κάτι που στα κατεχόμενα εδάφη δεν επιτέχθη και έχουν καταπατήση σπίτια οικόπαιδα κτήματα κ.τ.λ. Το πλεονέκτημα της κυπριακής κυβέρνησης αυτη την ώρα είναι πως το κυπριακό πρόβλημα είναι ευρωπαικό πρόβλημα και αυτό είναι που η κυβέρνηση Χρηστόφια το γνωρίζει πολύ καλά και ασκεί πίεση στην τουρκία για επίλυση του ζητήματος. Η τουρκική εξωτερική πολιτική ιστερεί στην λήψη αποφάσεων διότι όπως γνωρίζουμε όλοι τις αποφάσεις τις πέρνουν οι στρατηγοί και όχι οι εκάστωται τουρκικές κυβερνήσεις όσο προοδευτηκές και αν είναι. Γνωστό σε όλους είναι επίσεις πως αν οι σημερινοί Ελληνοκύπριοι πενηντάρηδες πρόσφηγες φύγουν από τη ζωή τα παιδιά τους όχι μόνο δεν νοιόθουν και πονούν αλλά δε γνωρίζουν και τις κατεχώμενες περιουσίες τους. Μήπως είναι αυτό που επιδιώκουν κάποιοι για το δικό τους συμφέρον;

 

Ανεξαρτησία, τα πρώτα χρόνια (1960-64)

Οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου


Τελικά οι Βρετανοί ενέδωσαν στον ελληνοκυπριακό αγώνα και συναίνεσαν στη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Το 1959 υπεγράφησαν μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες ιδρυόταν ανεξάρτητο κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Συνθήκες τέθηκαν σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960. Η μεγάλη μερίδα της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας θεώρησε αυτή την εξέλιξη ως ένα οδυνηρό συμβιβασμό, που δεν ικανοποιούσε τους εθνικούς της πόθους και το αίτημα για αυτοδιάθεση και ένωση. Οι περισσότεροι έβλεπαν στην ανεξαρτησία ένα μεταβατικό στάδιο προς την πλήρη ένωση με την Ελλάδα. Και η τουρκοκυπριακή ηγεσία συνέχισε να προωθεί τα αρχικά της σχέδια, που ήταν ο πλήρης διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων, η διχοτόμηση της Κύπρου και η ίδρυση ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους (ή κράτους που θα μπορούσε στη συνέχεια να ενωθεί με την Τουρκία). Προς την κατεύθυνση αυτή εκμεταλλευόταν τα προνόμια που της έδιναν οι συνθήκες για να παρεμποδίζει τη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Ο σκοπός ήταν να φανεί ότι το ενιαίο κράτος δύο εθνικών κοινοτήτων δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Έτσι, η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ανταποκρινόταν στα αιτήματα καμιάς από τις δύο εθνικές κοινότητες και υποσκάπτονταν και από τις δύο.

Η Μεγάλη Βρετανία από την πλευρά της, θέλοντας να δείξει πως μόνο με την κυριαρχία της στο νησί μπορούσαν να ζήσουν οι δύο κοινότητες ειρηνικά, δεν έβλεπε θετικά ούτε το ενιαίο ανεξάρτητο κράτος ούτε τη διχοτόμηση σε δύο ανεξάρτητα κράτη (ή κράτη που θα ενώνονταν με τις μητροπολιτικές χώρες των κοινοτήτων τους). Οι ΗΠΑ τέλος έβλεπαν με καχυποψία ένα νέο ανεξάρτητο κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο, που έφευγε από την κυριαρχία μιας χώρας του ΝΑΤΟ και μπορούσε να προσχωρήσει στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ή ακόμα και στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρά την ανεξαρτησία δεν διαλύθηκαν οι ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές ένοπλες ομάδες, οι οποίες συνέχισαν τη δράση τους.

Πολιτειακές δυσλειτουργίες

Πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξελέγη ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και αντιπρόεδρος ο Φαζίλ Κιουτσούκ, ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Το πολίτευμα που προέβλεπαν οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου ήταν ιδιαίτερα δύσκαμπτο και στηριζόταν σε συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο Πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος, ενώ ο Αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος με δικαίωμα βέτο στη νομοθετική εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Και η Βουλή των Αντιπροσώπων απαρτιζόταν από μέλη και των δύο κοινοτήτων κατά ποσόστωση. Δεν άργησαν να έρθουν τα πρώτα αδιέξοδα σχετικά με την εξωτερική πολιτική, την οργάνωση κυπριακού στρατού, την εκπαίδευση και τα οικονομικά.

Το Σύνταγμα προέβλεπε την επάνδρωση της Δημόσιας Διοίκησης με Τουρκοκυπρίους σε ποσοστό 30%. Η ελληνοκυπριακή πλευρά κωλυσιεργούσε στο διορισμό Τουρκοκυπρίων με το επιχείρημα ότι δεν είχαν τα αναγκαία προσόντα, με αποτέλεσμα τρία χρόνια μετά να μην έχει επιτευχθεί ακόμη η ποσόστωση. Στο συνταγματικό δικαστήριο της Κύπρου εκκρεμούσαν το 1963 2.000 προσφυγές Τουρκοκυπρίων για τον διορισμό τους στη δημόσια διοίκηση. Άλλα σημεία διαφωνίας ήταν η σύσταση και οργάνωση μικτού κυπριακού στρατού και η οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι Τουρκοκύπριοι με τη στήριξη της Τουρκίας επέμεναν στη σύσταση εθνικά αμιγών δήμων και τον διαχωρισμό του πληθυσμού. Αιτία ήταν ότι οι τουρκοκυπριακοί δήμοι που θα δημιουργούνταν θα ήταν οι μόνοι φορείς εξουσίας, στους οποίους δε θα είχαν την πλειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι. Το αίτημά τους είχε γίνει δεκτό και είχαν περιληφθεί σχετικές διατάξεις στο νέο Σύνταγμα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρούσε τη δημιουργία αμιγών δήμων ως την αρχή της διαίρεσης του νησιού και αρνήθηκε να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Άλλο ζήτημα ήταν οι φορολογικοί νόμοι. Οι φορολογικοί νόμοι έπρεπε να εγκριθούν από τους αντιπροσώπους και των δύο κοινοτήτων. Η κυβέρνηση έφερε πρόταση νόμου στη Βουλή των Αντιπροσώπων για τη θέσπιση ενός μόνιμου φορολογικού καθεστώτος, η τουρκοκυπριακή μερίδα των βουλευτών όμως, της οποίας η σύμπραξη ήταν κατά το Σύνταγμα αναγκαία για την ψήφιση νόμων, αρνούνταν οποιαδήποτε συνεργασία και επιθυμούσε προσωρινούς νόμους βραχύχρονης διάρκειας, ώστε να παραμείνει η εκκρεμότητα και διατηρήσει τη διαπραγματευτική της δύναμη στο νέο κράτος. Αποτέλεσμα ήταν τελικά να μην υπάρχει η αναγκαία συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων για τη λειτουργία του πολιτεύματος και του κράτους εν γένει.

Στο μεταξύ ο Μακάριος, αν και πρόεδρος όλης της Κύπρου και αν και είχε υπογράψει και ο ίδιος τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, δεν έκρυβε τη δυσαρέσκειά του για το καθεστώς που προέβλεπαν και για την «ανάγκη» συνύπαρξης και των δύο κοινοτήτων. Έδειχνε στους λόγους του και στις δημόσιες εμφανίσεις του κατ' επανάληψιν ότι εκπροσωπεί μόνο τους Ελληνοκυπρίους και ότι πρώτο του μέλημα είναι τα δικά τους συμφέροντα, συντηρώντας έτσι την ένταση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Χαρακτηριστική είναι η ομιλία του στις 4 Σεπτεμβρίου 1962 στο χωριό Παναγιά στην επαρχία Πάφου, από όπου καταγόταν, στην οποία είπε μεταξύ άλλων:

 

"Μέχρις ότου εκδιωχθεί η μικρή αυτή τουρκική κοινότητα, ούσα τμήμα της τουρκικής φυλής, του φοβερού αυτού εχθρού του Ελληνισμού, το καθήκον των ηρώων της ΕΟΚΑ δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως περατωθέν "

 

13 Σημεία και πρώτες διακοινοτικές ταραχές

Η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων οδήγησε σε μια οξύτατη κρίση το 1963-64. Στις 30 Νοεμβρίου 1963 ο ελληνοκύπριος πρόεδρος της δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε τροποποιήσεις στο σύνταγμα (τα λεγόμενα «13 σημεία»), που αφορούσαν στη διανομή των εξουσιών ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα και θα το καθιστούσαν, κατά την ελληνοκυπριακή άποψη, πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό. Οι τροποιήσεις που πρότεινε ο Μακάριος αφαιρούσαν το δικαίωμα βέτο από τον Ελληνοκύπριο πρόεδρο και τον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο και γενικώς άλλαζαν το σύστημα από δικοινοτικό (απαιτούνταν ομοφωνία και των δύο κοινοτήτων) σε πλειοψηφικό (αρκούσαν οι περισσότερες ψήφοι απ' όπου κι αν προέρχονταν) με εγγυήσεις για τα δικαιώματα της μειονότητας. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα θεώρησε αυτές τις προτάσεις ως προσπάθεια αλλαγής της Συνθήκης Ζυρίχης-Λονδίνου και περιορισμού των δικαιωμάτων της.

Σύντομα η συνταγματική κρίση επεκτάθηκε σε αιματηρές διακοινοτικές ταραχές, οι οποίες οδήγησαν τους Τουρκοκυπρίους σε πλήρη απομόνωση, απόσυρση σε θύλακες και αποχή από την πολιτική ζωή της χώρας. Το πρώτο επεισόδιο συνέβη στις 21 Δεκεμβρίου 1963, όταν Τουρκοκύπριοι πολίτες συνεπλάκησαν με Ελληνοκύπριους αστυνομικούς στον τουρκοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας. Αποτέλεσμα ήταν δύο Τουρκοκύπριοι πολίτες και ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός νεκροί. Πάντως αυτή ήταν η σπίθα για μια από όλους ήδη αναμενόμενη έκρηξη. Στη συνέχεια Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι παραστρατιωτικοί συνέχισαν τις ταραχές, οι οποίες διατήρησαν την ίδια ένταση ως τον Αύγουστο του 1964. Ακριβείς αριθμοί δεν υπάρχουν, ούτε και αντικειμενικές περιγραφές των γεγονότων. Ομάδες και από τις δύο κοινότητες επετίθεντο σε αντίπαλα χωριά και σκότωναν ή έπαιρναν ομήρους. Οργανώθηκαν κατά καιρούς επίσημες ανταλλαγές ομήρων. Κατά την πρώτη στις 26 Δεκεμβρίου 1963 η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση παρέδωσε 545 Τουρκοκύπριους και η τουρκοκυπριακή πλευρά 26 Ελληνοκύπριους. Τον Ιανουάριο του 1964 συνήλθε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο για την εξεύρεση λύσης, η οποία όμως απέβη άκαρπη. Για πάνω από έξι μήνες ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες συγκρούονταν και η επέμβαση των κυανοκράνων απέτρεψε πολλές φορές κλιμάκωση της έντασης. Δεύτερο κρίσιμο επεισόδιο θεωρείται αυτό που έγινε στην Αμμόχωστο στις 11 Μαΐου 1964, όταν τρεις Ελλαδίτες αξιωματικοί της ΕΛΔΥΚ και ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός εισήλθαν με ένα τζιπ υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στον τουρκοκυπριακό τομέα της πόλης και επακολούθησε συμπλοκή με Τουρκοκυπρίους, κατά την οποία σκοτώθηκαν ένας αξιωματικός της ΕΛΔΥΚ και ο Ελληνοκύπριος αστυνομικός. Το περιστατικό αυτό έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί η βία και να ενταθούν οι ένοπλες συγκρούσεις και οι απαγωγές. Στο διάστημα αυτό πολλοί Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν τα μεικτά χωριά στα οποία ζούσαν και κατέφυγαν σε θύλακες Τουρκοκυπρίων στο βόρειο μέρος του νησιού. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο φόβο που προξενούσαν οι ελληνοκυπριακές ένοπλες επιθέσεις εναντίον τους και εν μέρει σε οργανωμένο σχέδιο της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, η οποία με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να επιτύχει μια de facto διχοτόμηση του νησιού. Οι ένοπλες αυτές ταραχές ενισχύονταν και από τις «ανεύθυνες, ανακριβείς και ιδιαίτερα συναισθηματικές περιγραφές του τοπικού τύπου». Στην αρχή οι βρετανικές δυνάμεις έπαιζαν το ρόλο του διαιτητή, μέχρι να αποστείλει ο ΟΗΕ κυανόκρανους. Τότε χαράχτηκε και για πρώτη φορά η Πράσινη Γραμμή με σκοπό ως νεκρή ζώνη να χωρίσει γεωγραφικά τις δύο κοινότητες, υπό τον φόβο επέμβασης της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης υπέρ των Τουρκοκυπρίων.

Η Τουρκία και Ελλάδα ενεπλάκησαν ενεργά στη διαμάχη, η μεν πρώτη με την διενέργεια βομβαρδισμών (η προγραμματιζόμενη εισβολή απετράπη έπειτα από επέμβαση του αμερικανικού παράγοντα λόγω της ανοιχτής στήριξης της ΕΣΣΔ προς τον Μακάριο), η δε δεύτερη με την αποστολή στρατιωτικού σώματος πέραν των όσων προέβλεπαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Η κυπριακή κυβέρνηση ζήτησε από την Ελλάδα την αποστολή επιπλέον στρατού. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, στέλνοντας 5.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του Γρίβα, ο οποίος έτσι τον Ιούνιο του 1964 επέστρεψε στο νησί με τη διστακτικά σύμφωνη γνώμη του Μακάριου και τον Αύγουστο του ίδιου έτους ανέλαβε τη διοίκηση και της Εθνικής Φρουράς. Ο Γρίβας εστάλη, γιατί θεωρήθηκε ότι θα ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να ελέγξει τους παραστρατιωτικούς, πράγμα το οποίο και πέτυχε.

Η πιο σοβαρή κρίση έγινε στις αρχές Αυγούστου του 1964, όταν ελληνικές δυνάμεις και δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς επιτέθηκαν στον τουρκοκυπριακό θύλακα των Κοκκίνων στις βόρειες ακτές του νησιού. Αιτία της επίθεσης ήταν ότι ο παράκτιος θύλακας χρησιμοποιούνταν ως βάση για την εισαγωγή όπλων και μαχητών από την Τουρκία. Η Τουρκία αντέδρασε άμεσα στην επίθεση και η τουρκική Αεροπορία βομβάρδισε ελληνοκυπριακές θέσεις στην Τυλληρία με βόμβες ναπάλμ, καθιστώντας σαφείς τις προθέσεις της σε περίπτωση εμπλοκής. 55 Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν, εκ των οποίων οι 28 πολίτες.

Η αποστολή δυνάμεων του ΟΗΕ για την τήρηση της ανακωσής κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής κατέδειξε ότι το κυπριακό πρόβλημα παρέμενε ενεργό και είχε προσλάβει έναν διεθνή χαρακτήρα, τον οποίο εξακολουθεί να διατηρεί ως τις μέρες μας. Παράλληλα αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών ήταν η δημιουργία δύο «πράσινων γραμμών» ανάμεσα στις δύο κοινότητες, μιας γεωγραφικής και μιας ψυχολογικής.

 

Σχέδιο Ακρίτας

Στις 21 Απριλίου 1966 η εφημερίδα "Πατρίς", φιλικά προσκείμενη στο Γεώργιο Γρίβα, δημοσίευσε το απόρρητο "Σχέδιο Ακρίτας"[18], το οποίο φέρεται να είχε εκπονηθεί τα πρώτα χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου από τον Υπουργό Εσωτερικών της Κυπριακής Κυβέρνησης Πολύκαρπο Γεωρκάτζη εν γνώσει του Μακάριου. Ο Γεωρκάτζης φέρεται να είχε συστήσει μυστική οργάνωση, της οποίας ηγείτο με το ψευδώνυμο «Ακρίτας». Το σχέδιο απευθυνόταν στα μέλη της οργάνωσης και η δημοσίευσή του πρέπει να οφείλεται στη διαμάχη Γρίβα-Μακάριου. Η ύπαρξη του σχεδίου αυτού δε διαψεύστηκε (ούτε επιβεβαιώθηκε) από την ελληνοκυπριακή κυβέρνηση. Στην οργάνωση του Γεωρκάτζη φέρεται να ήταν μέλος και ο μέχρι πρότινος Πρόεδρος της Κύπρου Τάσος Παπαδόπουλος. Το κείμενο ήταν ανάλυση των στόχων της ελληνοκυπριακής πολιτικής και των μεθόδων που έπρεπε να ακολουθηθούν, για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί. Τελικός στόχος ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό μετά την υπογραφή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου, θα έπρεπε πρώτα να αποδεσμευθεί η Κύπρος από αυτές τις Συνθήκες. Για να μπορέσει να αποδεσμευθεί η Κύπρος από τις συνθήκες θα έπρεπε να καταδειχθεί ότι η λύση που δόθηκε στο Κυπριακό με τις συνθηκες αυτές δεν ήταν δίκαιη και δεν έλυσε το πρόβλημα. Έπρεπε δηλαδή να προβληθούν και να τονιστούν οι δυσλειτουργίες του Συντάγματος και των Συνθηκών. Πολιτειακές δυσλειτουργίες θα εξυπηρετούσαν το σκοπό αυτόν. Σε αυτό το πλαίσιο θα έπρεπε να περάσει προς τη διεθνή κοινότητα η εντύπωση ότι, ενώ η συμβίωση των δύο κοινοτήτων είναι εφικτή, επικρατούσα είναι η ελληνοκυπριακή κοινότητα, η οποία θα ώφειλε να είναι και ο βασικός συνομιλητής. Δεύτερος άμεσος στόχος ήταν, αφού καταδειχθούν οι δυσλειτουργίες του Συντάγματος, να καταστεί δυνατή η τροποποίησή του χωρίς τη συναίνεση ξένων κρατών. Για να γίνει αυτό θα έπρεπε να παρουσιαστεί η τροποποίηση του Συντάγματος ως απόρροια του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών και να μη συνδεθεί με την Ένωση, για να μην προκληθούν αντιδράσεις. Σε πρώτη φάση θα τροποποιούνταν οι διατάξεις που έδιναν δικαίωμα βέτο στους Τουρκοκυπρίους και θα αντικαθίσταντο από εγγυήσεις για τη μειονότητα. Η τελική φάση του σχεδίου προέβλεπε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την Ένωση με την Ελλάδα. Το σχέδιο αναφέρεται στη χρήση ένοπλης βίας μόνο ως άμυνα στις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων. Βασικό όμως συμπέρασμα είναι ότι η συνταγματική κρίση ήταν επιθυμητή από τους εμπνευστές του σχεδίου και ότι τα 13 Σημεία του Μακάριου φαίνεται πως δε στόχευαν μόνο στην άρση του πολιτειακού αδιεξόδου, αλλά ήταν μέρος σχεδίου για τον μακροχρόνιο εξοβελισμό του τουρκοκυπριακού στοιχείου απο τη διοίκηση της Κύπρου.

 

Διακοινοτικές σχέσεις

Μετά την κλιμάκωση της έντασης με την τουρκική επίθεση τον Αύγουστο του 1964 στην Τυλληρία, τις ταραχές διαδέχτηκε αρχικά σχετική ηρεμία. Στο διάστημα μεταξύ 1964 και 1974 οι περίοδοι των διακοινοτικών εντάσεων εναλλάσσονταν με περιόδους διακοινοτικών συνομιλιών, οι οποίες όμως δεν κατέληγαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Ο Μακάριος, όταν έχασε τον έλεγχο της Εθνικής Φρουράς, συνέστησε παραστρατιωτικές ομάδες και τις εξόπλισε με όπλα από την Τσεχοσλοβακία, κάτι που μαθεύτηκε και προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις το 1966 και το 1972, αναγκάζοντάς τον να παραδώσει τον βαρύτερο οπλισμό στις δυνάμεις του ΟΗΕ προς φύλαξιν. Η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση, φοβούμενη επέμβαση της Τουρκίας σε περίπτωση περαιτέρω ενόπλων ταραχών, άλλαξε πολιτική και επέβαλε το 1964 οικονομικές κυρώσεις (εμπάργκο) στους τουρκοκυπριακούς θύλακες περιορίζοντας τη διακίνηση αγαθών. Σκοπός τους ήταν θεωρητικά να αναγκαστούν οι Τουρκοκύπριοι να εγκαταλείψουν την πολιτική απόσυρσης, αλλά στην πράξη δεν οδήγησαν επ' ουδενί σε κάτι τέτοιο. Πάντως στο διάστημα 64-67 αναφέρονται 50-60 νεκροί Τουρκοκύπριοι από επιθέσεις Ελληνοκυπρίων και 15 τουλάχιστον νεκροί Ελληνοκύπριοι από επιθέσεις Τουρκοκυπρίων[21]. Το Νοέμβριο του 1967 ελληνοκυπριακές δυνάμεις επιτέθηκαν στους Τουρκοκυπρίους στις περιοχές Άγιος Θεόδωρος και Κοφίνου δυτικά της Λάρνακας ύστερα από εντάσεις και προκλήσεις μεταξύ των δύο πλευρών, με αποτέλεσμα τον θάνατο 22 Τουρκοκυπρίων και ενός Ελληνοκυπρίου. Η Τουρκία απείλησε να εισβάλει στο νησί και η εισβολή απετράπη μόνο με ανταλλάγματα την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο και την ανάκληση του Γρίβα στην Ελλάδα. Πέρα από τις αδιέξοδες συνομιλίες, η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση δεν έκανε καμιά προσπάθεια σε πρακτικό επίπεδο προσέγγισης του τουρκοκυπριακού στοιχείου.

Στο διάστημα αυτό έντονη ήταν η διαμάχη μεταξύ Γρίβα και Μακάριου, με τον πρώτο να επιδιώκει την άμεση ένωση με την Ελλάδα με στρατιωτικά μέσα και τον δεύτερο να επιδιώκει μια πολιτική λύση του ζητήματος. Υπόβαθρο της διαμάχης ήταν ο αγώνας των δύο πλευρών για την ηγεσία επί της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Παράλληλα σημειώνονταν και πολλές βομβιστικές επιθέσεις ενδοελληνοκυπριακές με κύριο στόχο το ΑΚΕΛ, το κομμουνιστικό κόμμα της Κύπρου και κόμμα με τη μεγαλύτερη απήχηση, το οποίο αντιτίθετο στην Ένωση με την αντικομμουνιστική Ελλάδα.

Στην εξωτερική πολιτική ο Μακάριος προσέγγισε το Κίνημα των Αδεσμεύτων, την Ε.Σ.Σ.Δ. και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας υπολογίζοντας στην αντίδραση των τελευταίων σε μια τουρκική εισβολή. Πρόθεσή του ήταν να παρουσιάσει την Κύπρο ως μια ανεξάρτητη χώρα και να επισείσει το κίνδυνο γεωγραφικής επέκτασης του ΝΑΤΟ σε περίπτωση τουρκικής εισβολής. Η Ε.Σ.Σ.Δ. στην αρχή τάχθηκε με το μέρος του Μακάριου, θέλοντας να αποτρέψει την είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αργότερα όμως αναγνώρισε ότι οι καλές σχέσεις με την Τουρκία λόγω των Στενών του Βοσπόρου ήταν προτιμότερες.

Στο μεταξύ οι τουρκοκυπριακοί θύλακες οργανώθηκαν με στρατό και κρατική διοίκηση, αποτελώντας κράτος εν κράτει, το οποίο από το 1968 είχε την ονομασία "Τουρκοκυπριακή Διοίκηση". Αυτό το κράτος εν κράτει διέθετε αστυνομία, ταχυδρομείο, ραδιόφωνο, ακόμη και ποδοσφαιρική ομοσπονδία. Οι Τουρκοκύπριοι που ζούσαν εκτός θυλάκων είχαν περιορισμένα δικαιώματα σε σχέση με τους Ελληνοκύπριους και ταυτίζονταν μάλλον με την Τουρκοκυπριακή Διοίκηση παρά με το επίσημο κράτος της Κύπρου, το οποίο είχε περιέλθει εξ ολοκλήρου στους Ελληνοκυπρίους. Ακόμα και οι Τουρκοκύπριοι που ζούσαν εκτός θυλάκων υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία στον τουρκοκυπριακό στρατό. Ο τουρκοκυπριακός εθνικισμός φούντωνε και η απομόνωση από τους Ελληνοκυπρίους αρκετές φορές επιδιωκόταν[20]. Αρκετές φορές ένοπλες ομάδες Τουρκοκυπρίων εμπόδιζαν κατοίκους των θυλάκων να επιστρέψουν στα χωριά τους. Στο ζήτημα της τουρκοκυπριακής κοινότητας πάντως οι Ελληνοκύπριοι ακολουθούσαν μια μάλλον κοντόφθαλμη πολιτική. Ενώ διακήρυτταν ότι πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί η διχοτόμηση του νησιού, δεν τους ενοχλούσε ιδιαίτερα η δημιουργία των θυλάκων και η στεγανοποίηση των δύο κοινοτήτων· τούς αρκούσε που οι Τουρκοκύπριοι δεν παρενέβαιναν στη διοίκηση του επίσημου κράτους. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτού του διαχωρισμού δεν αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης.

 

Σχέδιο Άντερσον

Το 1964, μεσουσών των ταραχών μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λύντον Τζόνσον αναθέτει στον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Ντην Άτσεσον να μεσολαβήσει για την εξεύρεση λύσης. Ο Άτσεσον καταστρώνει δύο σχέδια[22], τα οποία όμως τελικά απορρίπτονται από τα εμπλεκόμενα μέρη. Βάση και των δύο σχεδίων ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έναντι ανταλλαγμάτων προς την Τουρκία. Το πρώτο σχέδιο προέβλεπε παραχώρηση στην Τουρκία της χερσονήσου της Καρπασίας για τη δημιουργία κυρίαρχης στρατιωτικής βάσης. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλιζόταν ότι δε θα χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως εφαλτήριο για επίθεση εναντίον της από τους Έλληνες. Παράλληλα θα παραχωρούνταν προνόμια αυτοδιοίκησης σε ορισμένες περιοχές στους Τουρκοκύπριους. Το σχέδιο αυτό απέρριψε ο Μακάριος, θεωρώντας το διχοτόμηση και εμμένοντας στην ανευ όρων Ένωση[23], ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πρόθυμος να το συζητήσει[24]. Το δεύτερο σχέδιο προέβλεπε απλή εκμίσθωση της Καρπασίας στην Τουρκία και παραχώρηση του Καστελλόριζου από την Ελλάδα στην Τουρκία. Και αυτό το σχέδιο το απέρριψε ο Μακάριος, ενώ στη συνέχεια το απέρριψε και η Τουρκία, η οποία συζητούσε μόνο παραχώρηση κυρίαρχης βάσης ως αντάλλαγμα[25][26]. Το Σχέδιο Άτσεσον έμεινε έτσι στην ιστορία για άλλους ως μεγάλη χαμένη ευκαιρία για το Κυπριακό, ενώ για άλλους ως πρώτη αποτυχημένη απόπειρα διχοτόμησης της Κύπρου.


Αναφορά Πλάζα

Το Μάρτιο του 1964, μαζί με την αποστολή ειρηνευτικής δύναμης, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε και την ανάληψη μεσολαβητικής πρωτοβουλίας. Ανέθεσε τον ρόλο του μεσολαβητή στον Φιλανδό διπλωμάτη Σακάρι Τουομιόγια (Sakari Tuomioja), ο οποίος όμως κατά τη διάρκεια της αποστολής του πέθανε και τη θέση του πήρε ο Γκάλο Πλάζα (Galo Plaza), πρώην πρόεδρος του Εκουαδόρ. Ο Πλάζα υπέβαλε στις 26 Μαρτίου 1965 την αναφορά του στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Στην αναφορά του αυτή έκανε μια ανάλυση της κατάστασης στο νησί. Αφού κατέγραψε το ιστορικό του προβλήματος, παρουσίασε τις θέσεις των δύο κοινοτήτων. Σύμφωνα με την έκθεσή του, από την αρχή της μεσολαβητικής αποστολής καθημερινές ένοπλες συγκρούσεις παραστρατιωτικών ομάδων στο νησί εμπόδιζαν την εξεύρεση οποιασδήποτε λύσης [27] . Η ηρεμία που επικράτησε μετά τον Αύγουστο του 1964 δεν άλλαξε και πολλά, επειδή οι ηγεσίες των δύο κοινοτήτων συνέχισαν να έχουν διαμετρικά αντίθετες θέσεις, με τους Ελληνοκυπρίους να επιδιώκουν την Ένωση (σε θεωρητικό επίπεδο) και τους Τουρκοκυπρίους να εμμένουν σε γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο λαών στο πλαίσιο ενός ομόσπονδου κράτους [28]. Ο Πλάζα στην έκθεσή του προχώρησε στην εκτίμηση των προτεινόμενων λύσεων. Την τουρκοκυπριακή λύση της γεωγρφικής διαίρεσης του νησιού και τη δημιουργία διζωνικής ομοσπονδίας την απέρριψε, διότι συνδεόταν με αθρόες μετακινήσεις πληθυσμών και θα είχε ως συνέπεια παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πληθυσμών [29]. Επίσης θεώρησε την επιστροφή στο καθεστώς των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου ανέφικτη. Τα προβλήματα που ανέκυψαν με την εφαρμογή τους, άσχετα από το ποιος τα προκάλεσε, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που μεσολάβησαν, απέκλειαν κατά την κρίση του την απρόσκοπτη εφαρμογή τους [30]. Τη λύση της Ένωσης επίσης δεν την προέκρινε, λόγω της έντονης αντίθεσης των Τουρκοκυπρίων [31], καταλήγοντας ότι τα μέρη θα έπρεπε να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις προς τη κατεύθυνση ενός ανεξάρτητου κράτους χωρίς διαχωρισμό των κοινοτήτων αλλά με ιδιαίτερες εγγυήσεις για τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής μειονότητας [32]. Η έκθεση Πλάζα δεν ικανοποίησε την Τουρκία, η οποία την θεώρησε μεροληπτική υπέρ των Ελληνοκυπρίων και αρνήθηκε περαιτέρω μεσολάβησή του στο Κυπριακό.


Σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας

Οι σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές. Ήδη οι Ελληνοκύπριοι θεωρούσαν τις Συνθήκες Λονδίνου-Ζυρίχης προδοσία από τη μεριά της Αθήνας του αγώνα για Ένωση, στάση που καταλόγιζε ως το τέλος της ζωής του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον Μακάριο[33][34]. Η απουσία αντίδρασης στους τουρκικούς βομβαρδισμούς του Αυγούστου του 1964 απογοήτευσε εκ νέου την ελληνοκυπριακή κυβέρνηση. Από την άλλη η ελληνική κυβέρνηση είχε καταστήσει από την αρχή σαφές, ότι δεν επιθυμούσε σύρραξη με την Τουρκία και ότι στη χάραξη της πολιτικής της ώφειλε να λάβει υπ’ όψιν και τους ελληνικούς πληθυσμούς στην Τουρκία. Η ανησυχία αυτή εντάθηκε μετά το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955. Στη διατάραξη των σχέσεων συντελούσε και η αντίληψη της Αθήνας, η οποία ήθελε να έχει το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, πράγμα που ο Μακάριος δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί. Η ανακοίνωση των «13 σημείων» από τον Μακάριο, που στάθηκαν η αιτία για τις ενδοκοινοτικές ταραχές, ήταν ερήμην της ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο δε θα είχε συμφωνήσει σε κάτι τέτοιο, αλλά και είχε προειδοποιήσει τον Μακάριο, ότι σε περίπτωση μονομερούς καταγγελίας των Συνθηκών, θα διαχώριζε δημόσια τη θέση της[35]. Το ίδιο συνέβη και με το γεγονός που οδήγησε στην κλιμάκωση της έντασης, την επίθεση στον τουρκοκυπριακό θύλακα των Κοκκίνων. Ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε εμπιστευτικό σημείωμα στον Μακάριο με την περίφημη φράση «Μακαριώτατε, άλλα συμφωνούμεν και άλλα πράττετε» [36]. Ανησυχία στην Αθήνα δημιουργούσε επίσης η προσέγγιση Μακάριου-Ε.Σ.Σ.Δ., καθώς και η απήχηση του αριστερού ΑΚΕΛ [37]. Δεν είχαν περάσει 15 χρόνια από τη νίκη των κυβερνητικών στρατευμάτων με τη βοήθεια Άγγλων και Αμερικανών στον ελληνικό Εμφύλιο και η Ελλάδα ήταν σφιχτά προσδεδεμένη στο άρμα της Δύσης.


Το αίτημα για Ένωση

Το πάγιο αίτημα των Ελληνοκυπρίων από τις αρχές του αιώνα ήταν η Ένωσις με τη «μητέρα Ελλάδα» (υπό την έννοια της ενσωμάτωσης του νησιού στην Ελλάδα, όχι της δημιουργίας κάποιου είδους Κυπρο-Ελληνικής Ένωσης). Με αυτό το σύνθημα ξεκίνησε και η ΕΟΚΑ τον αγώνα της το 1955, αυτό ήταν και το ποθούμενο του ελληνοκυπριακού λαού και πολιτικής ηγεσίας το 1959. Η ελληνοκυπριακή κοινότητα αναγκάστηκε τελικά να συμβιβαστεί με τη δημιουργία ενος ανεξάρτητου, συνεταιρικού κράτους με τους τουρκοκύπριους, στη βάση των Συνθηκών Λονδίνου-Ζυρίχης, οι οποίες απέκλειαν το ενδεχόμενο μελλοντικής προσάρτησης του νησιού σε τρίτη χώρα. Ο Γρίβας κατηγορούσε ανοιχτά το Μακάριο ότι με την υπογραφή των Συνθηκών πρόδωσε τους ελληνοκυπριακούς πόθους. Ο ελληνοκύπριος στρατηγός δεν σταμάτησε ποτέ να προβάλλει επιτακτικά το αίτημα αυτό. Αλλά και ο Μακάριος και οι υπόλοιποι ελληνοκύπριοι πολιτικοί εξακολούθησαν να μιλούν σε κάθε ευκαιρία για Ένωση και μετά τις Συνθήκες. Αυτό ήταν και το επιχείρημα των Τουρκοκυπρίων, με το οποίο αρνούνταν την οποιαδήποτε τροποποίηση των Συνθηκών. Φοβούνταν ότι ένα άλλο μοντέλο διοίκησης θα επέτρεπε στους ελληνοκυπρίους να επιτύχουν την ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα, με επακόλουθο, αν όχι το διωγμό της τουρκοκυπριακής κοινότητας, τουλάχιστον μια τύχη παρόμοια με αυτήν της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης.

Στην πορεία όμως δε γινόταν κάτι στην πράξη προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Γρίβας και οι οπαδοί του κατηγορούσαν ανοιχτά τον Μακάριο, ότι ποτέ δε στόχευε στην Ένωση, παρά μόνο στην κατάληψη της εξουσίας. Έχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του πολιτική και θρησκευτική εξουσία, δεν είχε κανέναν λόγο να τις παραχωρήσει σε άλλον. Η κατηγορία αυτή τού προσήφθη και από άλλους, όταν απέρριψε το Σχέδιο Άτσεσον, το οποίο προέβλεπε ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα το 1964[38]. Η απάντηση του Μακάριου ήταν ότι οποιαδήποτε απόπειρα ένωσης θα είχε ως συνέπεια τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας και θα κατέληγε στο αντίθετο αποτέλεσμα, στη διχοτόμηση του νησιού. Στην ένωση με την Ελλάδα αντιτίθετο σε έναν βαθμό πάντως το κόμμα που εκείνη την περίοδο στήριζε τον Μακάριο, το ΑΚΕΛ, το οποίο, ως κομμουνιστικό κόμμα, φοβούνταν ότι θα είχε την τύχη που είχε την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα το ΚΚΕ, που ήταν απαγορευμένο.

Η αλήθεια είναι ότι με τον καιρό για πολλούς Ελληνοκυπρίους το κύριο ζητούμενο ήταν πλέον η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου στο νησί και όχι τόσο η (άμεση τουλάχιστον) Ένωση με την Ελλάδα, καθώς στην πράξη αρκετοί δε θα ήταν πρόθυμοι να υπαχθούν από τη μια μέρα στην άλλη στην Αθηναϊκή διοίκηση. Σε αυτήν την απροθυμία συνέβαλε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου τους χάρη στη επιτυχημένη οικονομική πολιτική του Μακάριου, η οποία έκανε λιγότερο ελκυστική την ένωση με τη μαστιζόμενη απο οικονομικά προβλήματα Ελλάδα[20]. Ειδικά μετά τον εξοβελισμό του τουρκοκυπριακού στοιχείου από το κυπριακό κράτος, ένα μεγάλο μέρος των στόχων είχε (φαινομενικά) επιτευχθεί. Στην αναφορά του ο Γκάλο Πλάζα το 1965 διστάζει να δεχθεί ότι οι Ελληνοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να «απορροφηθεί» η Κύπρος από την Ελλάδα, ενώ σε σχετική ερώτησή του η ελληνοκυπριακή ηγεσία και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν έδωσαν σαφή απάντηση ως προς το χρονοδιάγραμμα και τη μορφή της Ένωσης, αν αυτή καθίστατο κάποτε εφικτή. Μια σειρά από ρυθμίσεις, αλλαγές και παραχωρήσεις που θα έπρεπε να γίνουν δεν είχαν απασχολήσει σοβαρά την ελληνοκυπριακή ηγεσία. Η επικράτηση της δικτατορίας στην Αθήνα κατέστησε την προοπτική της Ένωσης ακόμα λιγότερο ελκυστική για τους Ελληνοκυπρίους. Τον Ιανουάριο του 1968 ο Αρχιεπίσκοπος εγκατέλειψε και επίσημα την πολιτική της Ένωσης, υποστηρίζοντας ως μόνη λύση υπό τις δεδομένες συνθήκες το υπάρχον καθεστώς ανεξαρτησίας, προτιμώντας το εφικτό από το ευκταίο.


Δικτατορία των Συνταγματαρχών

Με την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο, καθώς η πολιτική του Προέδρου Μακαρίου κάθε άλλο παρά ευθυγραμμιζόταν με τις επιδιώξεις της κυβέρνησης των Αθηνών. Ταυτόχρονα στο εσωτερικό της χώρας ο Μακάριος στηριζόταν από το ΑΚΕΛ, το οποίο ως κομμουνιστικό κόμμα δεν επιθυμούσε την ένωση με την Ελλάδα, φοβούμενο το αντικομμουνιστικό μένος των Συνταγματαρχών.

Οι σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 στην Αθήνα χειροτέρευαν διαρκώς. Οι Συνταγματάρχες παρενέβαιναν απροκάλυπτα στην πολιτική ζωή της Κύπρου πιέζοντας τον Μακάριο να αλλάξει τους Υπουργούς του, να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή και να παραιτηθεί.

Στις 8 Μαρτίου 1970 έγινε αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακάριου και ως ένας από τους υποκινητές θεωρήθηκε ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης. Στο νησί επανήλθε το Φθινόπωρο του 1971 ο Γρίβας, ο οποίος συνέστησε την παραστρατιωτική οργάνωση ΕΟΚΑ Β' με στόχο την ανατροπή του Μακάριου και την Ένωση. Μέσω των εφημερίδων που είχε υπό τον έλεγχό του, και οι οποίες φέρεται να χρηματοδοτούνταν από τη Χούντα των Αθηνών, κατηγορούσε τον Μακάριο ότι πρόδιδε τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για Ένωση για να μη χάσει τα αξιώματά του και καλούσε τον λαό (ανεπιτυχώς) σε αντίσταση. Μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974 τα ηνία της οργάνωσης ανέλαβε πλέον απ' ευθείας η Χούντα. Έτσι είχαν δημιουργηθεί δύο στρατόπεδα στους Ελληνοκυπρίους. Η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων ήταν στο πλευρό του Μακάριου, τον οποίο και επανεξέλεγε σε κάθε εκλογή με μεγάλα ποσοστά.

Στις 8 Μαρτίου του 1973 τρεις Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Κύπρου, ο Κιτίου Άνθιμος, ο Κυρηνείας Κυπριανός και ο Πάφου Γεννάδιος καθαίρεσαν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο από το εκκλησιαστικό του αξίωμα, επειδή σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες δεν επιτρέπεται οι ιεράρχες να κατέχουν και πολιτειακό αξίωμα. Υποστηρίζεται ότι η κίνηση αυτή είχε τη στήριξη της Αθήνας. Ο Μακάριος τότε με τη σειρά του συγκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, στην οποία πήραν μέρος 13 προκαθήμενοι ορθοδόξων εκκλησιών μεταξύ άλλων από τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, η οποία αποκατέστησε τον Μακάριο και καθαίρεσε τους τρεις Μητροπολίτες στις 14 Ιουλίου του 1973.

 

Πραξικόπημα και Τουρκική εισβολή (1974)

Τον Ιούλιο του 1974 οργανώθηκε από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, επικεφαλής της οποίας ήταν πλέον μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου ο Δημήτριος Ιωαννίδης, και τους συνεργάτες της στην Κύπρο πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου και την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Το σχέδιο ήταν να ανατραπεί ο Μακάριος και την Προεδρία να αναλάβει με τη δύναμη των όπλων ο Νίκος Σαμψών, ακραιφνής εθνικιστής Κύπριος πολιτικός, παλαιός μαχητής της ΕΟΚΑ και της ΕΟΚΑ Β'. Στις 15 Ιουλίου ελληνικές στρατιωτικές μονάδες άρχισαν να βάλλουν κατά του προεδρικού μεγάρου στη Λευκωσία, όπου βρισκόταν ο Μακάριος, με σκοπό να τον σκοτώσουν. Αυτός όμως κατάφερε και διέφυγε, στην αρχή στην Πάφο και αργότερα στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου, απ' όπου και τον φυγάδευσαν οι Άγγλοι στο εξωτερικό. Στις 19 Ιουλίου εξεφώνησε λόγο ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στον οποίο, αφού ευχαριστούσε τους Άγγλους για τη σωτηρία του, χαρακτήριζε το πραξικόπημα ως εισβολή της Ελλάδας στην Κύπρο και κατάλυση της ανεξαρτησίας της, ενώ ταυτόχρονα κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να παρέμβει με όλα τα πρόσφορα μέσα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ίσως για να προλάβει τον κίνδυνο εισβολής από μέρους της Τουρκίας αφού η Τουρκία δεν είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας στην συνεδρία του δεν πήρε απόφαση, και στις 20 Ιουλίου 1974, έγινε το πρώτο μέρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο κατά παράβαση της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ο αμφιλεγόμενος αυτός λόγος του Μακάριου στο Συμβούλιο Ασφαλείας έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από την τουρκική και την ελληνική φιλοχουντική προπαγάνδα. Τόσο η πρώτη, η οποία δικαιολογεί την εισβολή ως χρέος της ως εγγυήτριας δύναμης από τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, όσο και η δεύτερη, η οποία προσπαθεί να αποσείσει τις ευθύνες για τα γεγονότα από πάνω της, «αναγιγνώσκουν» στον λόγο αυτόν μια έκκληση του Μακάριου προς την Τουρκία να επέμβει για να τον αποκαταστήσει στην εξουσία. Κάτι τέτοιο πάντως δεν περιέχει η έκκληση, η οποία απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Λίγες μέρες μετά η κυβέρνηση Σαμψών παραιτήθηκε υπό το βάρος των εξελίξεων. Στη Γενεύη άρχισαν πυρετώδεις διαβουλεύσεις για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης υπό την αιγίδα του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Τζον Κάλαχαν. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, εκπροσωπούμενη από τον Γλαύκο Κληρίδη, αξίωσε για πρώτη φορά μετά το 1963 εφαρμογή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου και του Κυπριακού Συντάγματος, κάτι που ως τότε η ίδια αρνούνταν κατηγορηματικά. Η Τουρκία αρνήθηκε και προέβαλε το πάγιο αίτημά της για γεωγραφικό χωρισμό του νησιού. Ενόσω διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις, η Τουρκία προχώρησε και στο δεύτερο κύμα εισβολής στις 14 Αυγούστου 1974, φθάνοντας ως τα σημερινά όρια των Κατεχομένων.

Η τουρκική εισβολή δημιούργησε χιλιάδες θύματα και αγνοούμενους, πάνω από 250.000 πρόσφυγες και από τις δυο πλευρές και δύο χωριστές περιοχές με εθνικά σχεδόν αμιγή πληθυσμό. 200.000 Ελληνοκύπριοι έφυγαν πρόσφυγες από τον Βορρά προς τον Νότο και 50-60.000 Τουρκοκύπριοι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από αυτούς όσοι δεν έφυγαν τον Αύγουστο του 1974 έφυγαν έναν χρόνο αργότερα, όταν με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ επετράπη η μετακίνηση πληθυσμών από τον Νότο προς τον Βορρά. Ιδιαίτερα κατά το δεύτερο κύμα εισβολής ο τουρκικός στρατός σκότωσε περί τους 3.000 Έλληνες και Ελληνοκυπρίους στρατιώτες και αμάχους και λεηλάτησε τις περιουσίες τους. Από αυτούς 1.500-1.600 είναι ως σήμερα επισήμως αγνοούμενοι, επειδή δεν έχει βρεθεί η σορός τους. Το μεγαλύτερο μέρος των αμάχων Ελληνοκυπρίων εγκατέλειψαν τα χωριά τους στο άκουσμα της εισβολής και πριν την εμφάνιση των Τούρκων, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Δεν έλειψαν και τα αντίποινα των Ελληνοκυπρίων στους τουρκοκυπριακούς πληθυσμούς του Νότου, με πιο γνωστή τη μαζική δολοφονία όλων των αντρών του χωριού Τόχνη στην επαρχία Λάρνακας με περί τα 80 θύματα. Η εισβολή αποτέλεσε την υλοποίηση του αρχικού σχεδίου της Τουρκίας για taksim, γεωγραφική διχοτόμηση της Κύπρου και προσάρτηση των δύο τμημάτων στην Ελλάδα και την Τουρκία, αντίστοιχα.

Στον Βορρά παρέμειναν αρχικά γύρω στους 20.000 Ελληνοκύπριοι αρνούμενοι να φύγουν. Η απομόνωσή τους από το τουρκοκυπριακό καθεστώς και η κακομεταχείριση οδήγησαν με τον καιρό τους περισσότερους από αυτούς στον Νότο.

 

Τριάντα επτά χρόνια στασιμότητας (1974-2011)
Η διχοτόμηση του νησιού


Μετά την κατάπαυση του πυρός, τον Αύγουστο του 1974, καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες για επανένωση του νησιού, οι οποίες όμως δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Η διαίρεση αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα δια της βίας καθώς περισσότεροι από 40.000 τούρκοι στρατιώτες εξακολουθούν να παραμένουν στο νησί, ενώ η Τουρκία ενθαρρύνει την παράνομη εγκατάσταση εποίκων ώστε να αυξήσει τα πληθυσμιακά ερείσματά της. Η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί έλεγχο μόνο στο νότιο τμήμα του νησιού, παρότι από νομική άποψη εξακολουθεί να εκπροσωπεί το σύνολο. Το κατεχόμενο βόρειο τμήμα, το οποίο αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητο το 1983, έχει αναγνωριστεί διεθνώς μόνο από την Τουρκία με την ονομασία "Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου" (τουρκικά: Kuzey K?br?s Turk Cumhuriyeti [KKTC]). Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με τα ψηφίσματα (αποφάσεις) του 541/1983 και 550/1984 καταδίκασε ευθέως την ανακήρυξη της "ΤΔΒΚ" και κάθε αποσχιστική δραστηριότητα και κάλεσε όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να μην την αναγνωρίσουν.

Το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου βρίσκεται εξ αρχής σε διεθνή απομόνωση. Τα αεροδρόμιά του δεν αναγνωρίζονται από την ΙΑΤΑ και καμιά αεροπορική εταιρεία πλην των τουρκικών δεν εκτελεί δρομολόγια προς και από τη βόρεια Κύπρο. Η ιθαγένεια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα της ΤΔΒΚ δεν αναγνωρίζονται από άλλα κράτη, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της που επιθυμούν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό να χρειάζονται ταξιδιωτικά έγγραφα της Τουρκίας. Στις 23 Απριλίου 2003 η τουρκοκυπριακή κυβέρνηση επέτρεψε την είσοδο στην ΤΔΒΚ από ορισμένα σημεία της Πράσινης Γραμμής. Το νότιο τμήμα, οι ελεύθερες περιοχές, έχουν οικονομικά ανακάμψει, παρά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισαν μετά το 1974 λόγω των προσφύγων και της αποστέρηση του Βορρά, ο οποίος ήταν το ευφορότερο και πιο πλούσιο σε πλουτοπαραγωγικές πηγές τμήμα του νησιού. Αντίθετα ο Βορράς λόγω της διεθνούς απομόνωσης εξαρτάται αποκλειστικά από την οικονομική βοήθεια της Τουρκίας για να επιβιώσει.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει αποδεχθεί το τετελεσμένο γεγονός του γεωγραφικού χωρισμού μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να διατηρήσουν και σε περίπτωση επανένωσης. Από το 1977 έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων ότι η όποια λύση προκριθεί θα είναι ομοσπονδιακού και διζωνικού χαρακτήρα, όμως η διατύπωση αφήνει πολλά περιθώρια για ερμηνείες. Αυτό σημαίνει ότι το ομοσπονδιακό κράτος που θα επανασυσταθεί, όταν αρθούν οι διαφορές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, θα είναι δικοινοτικό (όπως και με το Σύνταγμα του 1960), με την πολιτειακή εξουσία να μοιράζεται ανάμεσα στις δύο κοινότητες, αλλά και διζωνικό, με την κάθε κοινότητα να αποτελεί ομόσπονδο κρατίδιο με συγκεκριμένο εδαφικό έρεισμα.

Οι αγνοούμενοι

Μείζων παράγοντας του Κυπριακού προβλήματος είναι σήμερα οι αγνοούμενοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Πρόκειται για στρατιώτες και πολίτες, των οποίων η τύχη αγνοείται. Οι περισσότεροι εξαφανίστηκαν μετά από εχθροπραξίες και έκτοτε δεν έδωσαν σημεία ζωής αλλά ούτε βρέθηκε και η σορός τους. Από ελληνοκυπριακής πλευράς αγνοούνται περί τους 1.500, ενώ από τουρκοκυπριακής περίπου 500. Το πρόβλημα των αγνοουμένων ανάγεται ήδη στην περίοδο των διακοινοτικών ταραχών που ξέσπασαν το 1963-1964, αλλά μεγιστοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1974 με την τουρκική εισβολή. Για την τύχη τους έχουν γίνει πολλές εικασίες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά για πολύ καιρό (και εν μέρει ακόμα) υποστήριζε ότι οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι ζουν και είναι αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί γύρω από το ζήτημα, ενώ φέρεται να έχει οργανωθεί και αποστολή με τη συμμετοχή πρακτόρων της ελληνικής ΕΥΠ στην Ανατολία, προκειμένου να διερευνηθούν σχετικές πληροφορίες από «Κούρδους δραπέτες» που υποστήριξαν ότι ήταν συγκρατούμενοί τους. Αξιόπιστα στοιχεία που να στηρίζουν την εκδοχή ότι οι αγνοούμενοι είναι ζωντανοί δεν έχουν ως τώρα παρουσιαστεί[42] [43]. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονται σίγουρα σε ομαδικούς τάφους εκατέρωθεν της Πράσινης Γραμμής, οι οποίοι δεν έχουν ανοιχθεί ακόμη από καμιά από τις δυο πλευρές. Στο μεταξύ έχουν υπάρξει και επώνυμες καταγγελίες από πλευρές Ελληνοκυπρίων ότι η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση σκόπιμα αποκρύπτει την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων για λόγους προπαγάνδας, ενώ οι τουρκοκυπριακές αρχές αρνούνται κι αυτές για τους ίδιους λόγους να υποδείξουν σε διεθνείς μεσολαβητές πού βρίσκονται ομαδικοί τάφοι στα Κατεχόμενα. Τα τελευταία 2-3 χρόνια καταβάλλονται προσπάθειες διαλεύκανσης των περιπτώσεων αγνοουμένων μέσω της κοινής διερευνητικής επιτροπής αγνοουμένων[46], η οποία είχε συσταθεί το 1981 αλλά ως τώρα δεν είχε να επιδείξει έργο, με τη βοήθεια πλέον σύγχρονων μεθόδων ανάλυσης DNA.

Το πρόβλημα των περιουσιών

Ένα ακόμη πρόβλημα που παραμένει άλυτο από την τουρκική εισβολή είναι οι περιουσίες των προσφύγων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στην άλλη μεριά του νησιού. Στα εγκαταλελειμμένα ακίνητα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες της άλλης κοινότητας ή και έποικοι χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση στους αρχικούς ιδιοκτήτες. Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τους Ελληνοκύπριους, γιατί τους απαγορεύθηκε και απαγορεύεται ακόμη η εγκατάσταση στα Κατεχόμενα από τις τουρκοκυπριακές αρχές. Το 1985 η ΤΔΒΚ απέκτησε Σύνταγμα, το οποίο στο άρθρο 159 προβλέπει ότι οι εγκαταλελειμμένες περιουσίες περιέρχονται στην κυριότητα της ΤΔΒΚ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με την απόφασή του της 28ης Νοεμβρίου 1996 στην υπόθεση «Τιτίνα Λοϊζίδου κατά Τουρκίας» έκρινε ότι το Σύνταγμα αυτό δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ και ότι η Τουρκία ευθύνεται για παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας των Ελληνοκυπρίων προσφύγων και την καταδίκασε σε καταβολή αποζημίωσης[47]. Η τουρκοκυπριακή κυβέρνηση θέσπισε κατόπιν αυτών μια επιτροπή αποζημιώσεων, η οποία κρίνει αιτήματα Ελληνοκυπρίων περί προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους. Το ΕΔΑΔ έκρινε όμως πάλι ότι αυτή η επιτροπή δεν αποτελούσε επαρκές ένδικο βοήθημα για τους θιγόμενους για μια σειρά από λόγους, μεταξύ άλλων και διότι δεν προέβλεπε δυνατότητα αυτούσιας επιστροφής παρά μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Τελικά με νεώτερη απόφασή του αναγνωρίζει ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν στη διαδικασία της επιτροπής πληρούν τα κριτήρια που είχε θέσει το ίδιο, με αποτέλεσμα να καθιστούν την προσφυγή σε αυτήν την επιτροπή επαρκές ένδικο βοήθημα για το μέλλον, που θα πρέπει να προηγείται μιας προσφυγής ενώπιον του ΕΔΑΔ. Οι Ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες των περιουσιών στα Κατεχόμενα στρέφονται τα τελευταία χρόνια δικαστικά με αγωγές ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων κατά αλλοδαπών αγοραστών των περιουσιών τους, τις οποίες εκποιούν οι τουρκοκυπριακές αρχές σε τουρίστες ή αλλοδαπούς επιχειρηματίες. Τα κυπριακά δικαστήρια ως τώρα κάνουν δεκτές τις αγωγές κηρύσσοντας τις αγοραπωλησίες άκυρες και καταδικάζοντας τους αλλοδαπούς αγοραστές σε αποζημίωση.

Διαφορετικά είναι τα πράγματα στον Νότο. Αντίθετα με τον Βορρά, η εγκατάσταση Τουρκοκυπρίων στον Νότο δεν περιορίστηκε ποτέ νομικά από την κυπριακή κυβέρνηση μετά το 1974. Οι περιουσίες των Τουρκοκυπρίων που εγκατέλειψαν τον Νότο τέθηκαν από την Κυπριακή Κυβέρνηση υπό κηδεμονία σύμφωνα με τον νόμο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών 139/91 μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του Κυπριακού Προβλήματος. Με απόφασή του της 24ης Σεπτεμβρίου του 2004 στην υπόθεση «Arif Moustafa ν. Υπουργείου Εσωτερικών» το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου έκρινε ότι από τη στιγμή που ένας Τουρκοκύπριος εγκατασταθεί οποτεδήποτε στις ελεύθερες περιοχές, έχει αξίωση επιστροφής της περιουσίας του από το κράτος.

Σχέδιο Ανάν και Ένταξη στην Ε.Ε.

 

Μια νέα δυναμική για επίλυση του κυπριακού προβλήματος με ενεργό ανάμιξη του διεθνούς παράγοντα δημιουργήθηκε με την αίτηση εισδοχής της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταβλήθηκαν τότε προσπάθειες από πολλές πλευρές να λυθεί το Κυπριακό πριν την ένταξη στην Ε.Ε., ώστε να μπει η Κύπρος ενωμένη στην Ενωμένη Ευρώπη. Αποκορύφωμα των προσπαθειών αυτών υπήρξε το σχέδιο που εκπόνησε ο ΟΗΕ, γνωστό ως Σχέδιο Ανάν. Το Σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους με δύο ομόσπονδα κρατίδια, τον ελληνοκυπριακό Νότο και τον τουρκοκυπριακό Βορρά. Η εξουσία στην ομοσπονδία θα μοιραζόταν ανάμεσα στις δύο κοινότητες με ένα πολύπλοκο σχήμα και ο Πρόεδρος θα εναλλασσόταν ανά 20 μήνες, ενώ στο νομοθετικό σώμα οι δύο κοινότητες θα εκπροσωπούνταν ισοδύναμα. Το σχέδιο προέβλεπε αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία εγκατάστασης μελών της εκάστοτε κοινότητας στο κρατίδιο της άλλης, προκειμένου να μην αλλοιωθεί η πληθυσμιακή καθαρότητα του κάθε κρατιδίου. Το σχέδιο υποβλήθηκε τον Απρίλιο του 2004 σε δύο ξεχωριστά δημοψηφίσματα, εγκρίθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, αλλά απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων η οποία συντάχθηκε με την δημόσια τοποθέτηση του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου ότι το Σχέδιο θα κατέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα την υποκαθιστούσε με ένα αμφιβόλου βιωσιμότητας μόρφωμα. Παράλληλα όμως καταγγέλθηκε εκστρατεία παραπληροφόρησης και συκοφάντησης εκ μέρους του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου, άλλων κορυφαίων πολιτικών και μερίδας του τύπου κατά των υποστηρικτών του Σχεδίου Ανάν, ότι δήθεν είχαν λάβει χρήματα από τις ΗΠΑ για να στηρίξουν το σχέδιο και ότι ήταν προδότες.

Μετά από αυτή την εξέλιξη το διεθνές ενδιαφέρον έχει εμφανώς ατονήσει. Ωστόσο το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλέον πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ συγχρόνως η Τουρκία διεκδικεί κι αυτή τη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει καταστήσει το κυπριακό πρόβλημα εσωτερικό ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με απρόβλεπτες συνέπειες.

Από τη μια η θετική στάση των Τουρκοκυπρίων στο δημοψήφισμα ενίσχυσε τη διάθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χαλαρώσει την απομόνωσή τους. Η Κύπρος εντάχθηκε στην Ε.Ε. ολόκληρη, ωστόσο εξαιρείται ρητά ο Βορράς από την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου (του συνόλου δηλαδή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και νομολογίας), επειδή και για όσο διάστημα δεν τελεί υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόθεση όμως της Ε.Ε. είναι η οικονομική ενίσχυση των Τουρκοκυπρίων και η έκδοση Κανονισμού, ο οποίος θα επιτρέπει και θα ρυθμίζει το απ' ευθείας εμπόριο με τον τουρκοκυπριακό Βορρά. Ιδιαίτερη βαρύτητα κατά την εφαρμογή της πολιτικής αυτής έχει η αντίληψη ότι η απομόνωσή τους οφείλεται πλέον και στο «όχι» των Ελληνοκυπρίων στο σχέδιο Ανάν[53]. Από την άλλη το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει εμπόδιο στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Ο λόγος είναι ότι από την εισβολή και μετά η Τουρκία αναγνωρίζει μόνο τα Κατεχόμενα («ΤΔΒΚ») ως νόμιμο διάδοχο του ανεξάρτητου Κυπριακού κράτους, ενώ αρνείται την οποιαδήποτε αναγνώριση στη διεθνώς αναγνωρισμένη επίσημη Κυπριακή Δημοκρατία. Η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. χωρίς να έχει αναγνωρίσει και χωρίς να έχει καθόλου διπλωματικές σχέσεις με ένα από τα 27 κράτη-μέλη είναι ιδιαίτερα δυσχερής.

 

Προσθήκη νέου σχολίου